δηλητήριο

Ουσία ικανή, ακόμη και σε πολύ μικρή ποσότητα, να επιφέρει τον θάνατο ενός ατόμου. Υπό ευρύτερη έννοια, δ. καλείται κάθε ουσία ικανή να προκαλέσει μια παθολογική κατάσταση στο άτομο, κατά την οποία οι οργανικοί ιστοί μπορεί να υποστούν πρόσκαιρες ή μόνιμες βλάβες. Από τη μακρινή αρχαιότητα ο άνθρωπος ανακάλυψε έναν μεγάλο αριθμό δ., τα οποία έπαιρνε κυρίως από φυτά ή ζώα και τα χρησιμοποιούσε τόσο για την τοξική τους δράση όσο και για τις θεραπευτικές τους ιδιότητες. Με δ. άλειφε τις αιχμές διαφόρων όπλων της εποχής, όπως εγχειρίδια, δόρατα, βέλη, τα οποία προκαλούσαν έτσι θανατηφόρες πληγές. Παράλληλα, τα δ. χορηγούνταν για τις θεραπευτικές τους ιδιότητες. Από τα πρώτα γνωστά δ. ήταν η παπαρούνα, η ινδική κάνναβη, o υοσκύαμος, τα άλατα του μολύβδου, που είναι δραστικά και σε πολύ μικρές δόσεις. Εκτός όμως από αυτά, είναι πολυάριθμες οι ουσίες που συμπεριφέρονται ως δ., αν χορηγηθούν σε έναν ζωντανό οργανισμό σε μεγάλες ποσότητες. Μπορεί, επομένως, να υποστηριχθεί ότι η έννοια του δ. όσον αφορά μία ορισμένη ουσία, έχει χαρακτήρα μάλλον ποσοτικό παρά ποιοτικό. Αυτό αποδεικνύεται από το γεγονός ότι ουσίες λιγότερο τοξικές μπορούν να προκαλέσουν δηλητηριάσεις, αν χορηγηθούν στον οργανισμό σε μεγάλες ποσότητες. Πάντως όταν γίνεται λόγος για δ., εννοούνται ουσίες που δρουν τοξικά σε μικρές ποσότητες. Η δηλητηριώδης δράση μιας ορισμένης ουσίας εξαρτάται επιπλέον από τον οργανισμό που την προσλαμβάνει. Είναι γνωστό ότι ορισμένοι μύκητες που προκαλούν βαρύτατες δηλητηριάσεις στον άνθρωπο είναι τελείως αβλαβείς για κάποια ζώα, όπως για παράδειγμα τις γάτες. Ένα άλλο παράδειγμα είναι τα αντιβιοτικά, τα οποία σε θεραπευτικές δόσεις δεν είναι δ. για τα θηλαστικά, ενώ είναι για τα μικρόβια. To DDT έχει χαμηλή τοξικότητα για τα θερμόαιμα ζώα, ενώ είναι πολύ τοξικό για πολυάριθμα είδη εντόμων. Τα δ. τέλος είναι δυνατόν να προκαλέσουν διαφορετικές συνέπειες, ακόμα και όταν χορηγούνται σε άτομα του ίδιου είδους. Πράγματι, υπάρχουν άτομα που ανέχονται δόσεις δ., οι οποίες στους περισσότερους προκαλούν θάνατο· υπάρχουν επίσης άτομα που αντιδρούν, εμφανίζοντας συμπτώματα δηλητηρίασης, σε δόσεις που είναι αβλαβείς για τους περισσότερους. Ο μηχανισμός δράσης ενός δ. ποικίλλει και είναι πάντα αρκετά πολύπλοκος. Η εισαγωγή ενός δ. στον οργανισμό προκαλεί μια φυσικοχημική αντίδραση, η οποία μεταβάλλει τη σύνθεση και τις ιδιότητες των συστατικών με τα οποία έρχεται σε επαφή το δ., προκαλώντας μεγάλες οργανικές ή λειτουργικές διαταραχές που μπορούν να οδηγήσουν ακόμα και σε θάνατο. Το δ., για παράδειγμα, της κόμπρας, του κροταλία και ορισμένων αραχνών περιέχει ένα ένζυμο, τη λεκιθινάση, που δρα σε ουσίες τύπου της λεκιθίνης, παράγοντας τη λυσολεκιθίνη, μια ουσία με μεγάλη αιμολυτική ισχύ. Τα βλαβερά αποτελέσματα οφείλονται στη μαζική λύση των ερυθρών αιμοσφαιρίων, που έχει ως αποτέλεσμα την αλλοίωση των αναπνευστικών λειτουργιών του αίματος, δεδομένου ότι τα ερυθρά αιμοσφαίρια είναι οι μεταφορείς του οξυγόνου στον οργανισμό. Στην περίπτωση της οχιάς, το δ. της περιέχει μεταλλοπρωτεϊνάσες, οι οποίες προκαλούν συστηματική αιμορραγία, εξαιτίας της αποικοδόμησης των παραγόντων πήξης του αίματος και της δράσης τους στη λειτουργία των ερυθρών αιμοσφαιρίων. Η επιστήμη που ασχολείται με τα δ. είναι η τοξικολογία, σημαντικός κλάδος της οποίας είναι η τοξικολογική χημεία, που ασχολείται με την ποιοτική και ποσοτική έρευνα των δ. Οι επιστήμες αυτές τείνουν να διευρύνουν και να αναπτύσσουν όλο και περισσότερο το πεδίο έρευνας. Πράγματι, εκτός από τα κλασικά δ., που είναι γνωστά από παλιά και για τα οποία υπάρχει άφθονη βιβλιογραφία, υπάρχει και πλήθος νέων χημικών προϊόντων, με τα οποία φέρνει σε επαφή τον άνθρωπο η πρόοδος της επιστήμης και της τεχνικής. Παράδειγμα αποτελούν οι ουσίες που προκαλούν τις λεγόμενες επαγγελματικές δηλητηριάσεις, όπως η υδραργυρίαση (από υδράργυρο), η μολυβδίαση (από μόλυβδο) ή οι δηλητηριάσεις από ουσίες που χρησιμοποιούνται στη γεωργία, όπως ζιζανιοκτόνα, ή από διάφορα χρώματα. H συστηματική ταξινόμηση των δ. έχει επιχειρηθεί με διάφορους τρόπους. Ένας από αυτούς βασίζεται στις φυσικές ιδιότητές τους και τα διακρίνει σε αέρια, υγρά και στερεά, τα οποία, ανάλογα με τη χημική τους σύνταξη, υποδιαιρούνται σε οργανικά (αλκοόλες, αλδεΰδες, φαινόλες, οξέα, άλατα, πτωμαΐνες, αλκαλοειδή κ.ά.) και σε ανόργανα (μέταλλα, όπως άργυρος, μόλυβδος, υδράργυρος και τα παράγωγά τους· αμέταλλα και τα παράγωγά τους, όπως χλώριο, φθόριο, μονοξείδιο του άνθρακα, αμμωνία κ.ά.). Ένας άλλος τρόπος ταξινόμησης των δ. βασίζεται στην τοξική τους δράση και τα διακρίνει σε γενικά και ειδικευμένα. Τα γενικά δ. δρουν στο αίμα και στο πρωτόπλασμα, καταστρέφοντας τα συστατικά τους· τα ειδικευμένα προσβάλλουν ειδικά όργανα καταστρέφοντας ή αλλοιώνοντας σε μεγάλο βαθμό τη λειτουργία των οργάνων αυτών. Ένας άλλος τρόπος, αρκετά έγκυρος, προσφέρεται από την τοξικολογική χημεία, η οποία ταξινομεί τα δ. σε αέρια, σε ανόργανα (μέταλλα ή αμέταλλα) και σε οργανικά. Ένα από τα πιο γνωστά αέρια δ. είναι το μονοξείδιο του άνθρακα, που περιέχεται στο φωταέριο και ευθύνεται για πολλές δηλητηριάσεις. Άλλα αέρια δ. είναι τα αλογόνα, το φωσγένιο και τα υγρά υψηλής πτητικότητας, όπως το χλωροφόρμιο και το δραστικότατο υδροκυάνιο, με το οποίο εκτελούνται οι θανατικές ποινές σε ορισμένες πολιτείες των ΗΠΑ. Στον πόλεμο του 1914-18 χρησιμοποιήθηκαν ως πολεμικά όπλα πολλά αέρια δ., που ονομάστηκαν ασφυξιογόνα αέρια. Από τα ανόργανα δ., μέταλλα ή αμέταλλα, αναφέρονται τα παράγωγα του αρσενικού, του αντιμονίου, του μολύβδου, του υδραργύρου, του χαλκού και του κασσίτερου. Από τα πολυάριθμα οργανικά δ., αναφέρουμε τα αλκαλοειδή (στρυχνίνη, μορφίνη, κοκαΐνη), τα βαρβιτουρικά (βερονάλη, λουμινάλη) και τους γλυκοζίτες. Ο αριθμός των δ. αναμένεται ότι θα αυξάνεται συνεχώς με την πρόοδο της χημείας στους διάφορους τομείς της τεχνολογίας και της βιομηχανίας. Τα περισσότερα φάρμακα, που κατά ένα μεγάλο μέρος είναι προϊόντα οργανικής σύνθεσης, γίνονται ισχυρά δ. αν χορηγηθούν σε δόσεις υψηλότερες από τις θεραπευτικές. Η τοξικολογική χημεία έχει, συνεπώς, σήμερα αρκετά πολύπλοκη αποστολή, γιατί η ανάλυση και η αναγνώριση αυτών των ουσιών γίνεται όλο και πιο δυσχερής και απαιτεί λεπτές και ακριβείς τεχνικές, όπως η χρωματογραφία, η φασματοφωτομετρία, η σήμανση με ραδιενεργά ισότοπα. Μια ταξινόμηση, τέλος, που λαμβάνει υπόψη το όργανο στο οποίο δρουν τα δ. και τις παθολογικές εκδηλώσεις που προκαλούν διακρίνει τα δ. σε: διαβρωτικά, που δρουν με την επαφή αλλοιώνοντας σε βάθος το ζωικό λεύκωμα (πισσάσφαλτος, βάσεις και οξέα)· δ. του κεντρικού νευρικού συστήματος (π.χ. η στρυχνίνη προκαλεί διέγερση του κεντρικού νευρικού συστήματος και γι’ αυτό το παραμικρό περιφερικό ερέθισμα γενικής ή ειδικής αισθητικότητας αρκεί για να παραχθεί τετανικός παροξυσμός)· δ. του αίματος, που δρουν στο πλάσμα, στα λευκά ή ερυθρά αιμοσφαίρια (π.χ. δ. αράχνης, κόμπρας)· μυϊκά και νευρομυϊκά δ. (π.χ. κουράριο)· δ. της καρδιάς και των αγγείων· δ. που δρουν στο πεπτικό σύστημα· δ. που δρουν στο αναπνευστικό σύστημα, στα οστά, στα αισθητήρια όργανα, στους ενδοκρινείς αδένες. Όσον αφορά τα δ. που παράγονται από διάφορα ζώα, διακρίνονται σε ενεργητικά δ., που χρησιμεύουν για την άμυνά τους, και παθητικά δ., που είναι προϊόντα του μεταβολισμού τους. Ορισμένα από αυτά προκαλούν θάνατο και στον άνθρωπο (δ. κάποιων ψαριών, φιδιών και μυρμηγκιών). Σε αντιστάθμισμα όμως, πολλές από τις ουσίες αυτές, στις κατάλληλες δόσεις, είναι ιδιαίτερα χρήσιμες για τον άνθρωπο χάρη στη φαρμακολογική τους δράση, ενώ άλλες χρησιμοποιούνται και ως αντίδοτα. Το δηλητήριο της οχιάς περιέχει μεταλλοπρωτεϊνάσες, που προκαλούν συστηματική αιμορραγία. Κατά τον Α’ Παγκόσμιο πόλεμο, έγινε ευρεία χρήση δηλητηριωδών αερίων.
* * *
το (AM δηλητήριος, -ον)
ουσία που δηλητηριάζει
νεοελλ.
1. κάθε τι που προξενεί φθορά στον οργανισμό («ο καπνός είναι δηλητήριο»)
2. κάθε τι που έχει έντονα πικρή γεύση («αυτός ο καφές είναι δηλητήριο»)
3. για ιδέες, θεωρίες, λόγους, που συνεπάγονται δυσάρεστα αποτελέσματα («το δηλητήριο τής συκοφαντίας»)
αρχ.
1. βλαβερός, επιβλαβής («δηλητήρια φάρμακα»)
2. το ουδ. ως ουσ. το δηλητήριον
το φαρμάκι.
[ΕΤΥΜΟΛ. < δηλέομαι (Ι) κατά το αντίθετο του σωτήριος και όχι από το σπάνιο δηλητήρ].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • δηλητήριο — το 1. φάρμακο που γίνεται αιτία δηλητηρίασης, φαρμάκι: Αν πάρεις μεγάλη δόση ηρεμιστικών, τότε γίνονται δηλητήρια. 2. καθετί που επιδρά αρνητικά στην υγεία του οργανισμού: Το αλκοόλ, σε μεγάλες δόσεις, είναι δηλητήριο. 3. καθετί το πικρό (κυριολ …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • δηλητήριο — [дилнгирио] ουσ. о. отрава …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • δηλητηριάζω — 1. δίνω σε κάποιον δηλητήριο, τόν φαρμακώνω, σκοτώνω κάποιον με φαρμάκι 2. (για φαγώσιμα) προξενώ δηλητηρίαση 3. ποτίζω κάτι με δηλητήριο, ρίχνω σε κάτι δηλητήριο («δηλητηρίασε το κρασί») 4. δηλητηριάζοντας κάτι σιγά σιγά τό φθείρω, τό καταστρέφω …   Dictionary of Greek

  • ιός — Νησί (108 τ. χλμ., 1.838 κάτ.) των Κυκλάδων, η Φοινίκη των αρχαίων Ελλήνων. Βρίσκεται στα Β της Σαντορίνης, μεταξύ Σαντορίνης, Αμοργού, Πάρου και Σίκινου. Έχει μήκος περίπου 18 χλμ. και μέσο πλάτος 7 χλμ. Οι ακτές του καλύπτουν 27 χλμ. Πρωτεύουσα …   Dictionary of Greek

  • θαλασσίνη — Αζωτούχο κρυσταλλικό δηλητήριο, που βγαίνει από τους γεννητικούς αδένες των ακτινίων όπως και η συμφορητίνη. Το 1902 ο Σ. Ρισέ διαχώρησε αυτές τις τοξικές ουσίες με την επίδραση αλκοόλης. Έτσι, κατόρθωσε να αποδείξει ότι η θ., διαλυτή σε μείγμα… …   Dictionary of Greek

  • κόμπρα — Κοινή ονομασία δηλητηριωδών φιδιών του γένους ναΐα ή νάγια (Naja), της οικογένειας των ελαπινών, της τάξης των φολιδωτών. Γνωστότερο είδος είναι η Naja naja ή Naja tripudians, γνωστή ως διοπτροφόρος κ., η οποία σκοτώνει τα θύματά της χύνοντας το… …   Dictionary of Greek

  • υδροφίδες — (hydrophidae). Φίδια που ζουν στα τροπικά νερά του Ινδικού και του Ειρηνικού ωκεανού. Τα θαλάσσια αυτά φίδια έχουν τα μπροστινά τους δόντια σταθερά, δηλαδή ακίνητα, με δηλητήριο όμοιο με εκείνο της κόμπρας και του φιδιού κοραλλιού. Παρόλα αυτά,… …   Dictionary of Greek

  • ίωση — ἡ ιατρ. ασθένεια που προκαλείται από έναν ή περισσότερους ιούς. [ΕΤΥΜΟΛ. Απόδοση στην ελλ. ξεν. όρου, πρβλ. γαλλ. virose < virus < λατ. virus «δηλητήριο». Ο τ. ίωση σχηματίστηκε από τη λ. ιός «δηλητήριο» και την κατάλ. ωση, χαρακτηριστική… …   Dictionary of Greek

  • δηλητηρίαση — Παθολογική κατάσταση που προκαλείται από διαλυτές ουσίες, οι οποίες ονομάζονται δηλητήρια και δρουν χημικά στους οργανικούς ιστούς, αλλοιώνοντας τη δομή τους ή διαταράσσοντας τη λειτουργία τους. Η δ. διακρίνεται σε οξεία και σε χρόνια. Η οξεία… …   Dictionary of Greek

  • εφήμερος — η, ο (ΑΜ ἐφήμερος, ον) 1. αυτός που διαρκεί μια μέρα, που ζει μόνο μία μέρα, ημερήσιος, μονοήμερος, ημερόβιος 2. πρόσκαιρος, βραχυχρόνιος, παροδικός, προσωρινός («εφήμερη δόξα») 3. (το ουδ. πληθ. ως ουσ.) τα εφήμερα τάξη εντόμων που έχει σύντομη… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.